σημάδεμα

το, Ν
[σημαδεύω]
1. το να επισημαίνει κανείς κάτι, η τοποθέτηση διακριτικού σημείου, η επισήμανση
2. σκόπευση
3. σακάτεμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημάδεμα — το, ατος 1. επίθεση σήματος, μαρκάρισμα: Σημάδεμα των ζώων. 2. σκόπευση: Σημάδεμα του στόχου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημάδεμα — [симадэма] ουσ. о. знак, отметка, прицеливание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αντισημιτισμός — Εχθρότητα με συναισθηματικό ή πολιτικό περιεχόμενο, που εκδηλώνεται σε διάφορες χώρες εναντίον των Εβραίων. Ο όρος α. εμφανίζεται για πρώτη φορά γύρω στα 1870, σε μια στιγμή που ψευδοεπιστημονικές θεωρίες, οι οποίες βασίζονταν στον ρατσισμό,… …   Dictionary of Greek

  • επισήμανση — η (AM ἐπισήμανσις) [επισημαίνω] νεοελλ. 1. σημάδεμα, μαρκάρισμα 2. έντονη και εμφαντική υπόδειξη, τονισμός 3. εκτύπωση σε γραμματόσημο ή ένσημο νέας αξίας ή άλλης ένδειξης 4. ναυτ. η τοποθέτηση σημάτων σε επικίνδυνα για τους ναυτιλλομένους σημεία …   Dictionary of Greek

  • πόντα — (I) η, Ν μικρό κυλινδρικό στέλεχος που καταλήγει σε ακίδα και χρησιμοποιείται για το σημάδεμα, το λεγόμενο ποντάρισμα, τής θέσης στην οποία πρέπει να διατρηθεί ή να υποστεί κατεργασία με τον τόρνο ένα μεταλλικό αντικείμενο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ.… …   Dictionary of Greek

  • σκόπευση — Το σύνολο των πράξεων, με τις οποίες ρυθμίζεται ένα πυροβόλο όπλο ή άλλο όργανο εκτόξευσης, ώστε η τροχιά του βλήματος ή του βέλους να φτάνει στο στόχο. Η σ. από θέση εδάφους μπορεί να είναι άμεση, όταν ο στόχος είναι ορατός, και έμμεση όταν δεν… …   Dictionary of Greek

  • Στος, Φάιτ — (Stoss). Γερμανός γλύπτης, ζωγράφος και χαράκτης (Νυρεμβέργη; 1447 – 1533). Τα πρώτα ίχνη της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας βρίσκονται στην Κρακοβία, όπου το 1477 πήγε για να σκαλίσει την κεντρική ξύλινη Αγία Τράπεζα της εκκλησίας της Παναγίας …   Dictionary of Greek

  • επισήμανση — η 1. σήμανση, σημάδεμα, μαρκάρισμα, σταμπάρισμα. 2. η σφράγιση των γραμματοσήμων των επιστολών με σφραγίδα που φανερώνει τη χρονολογία της σφράγισης. 3. η τοποθέτηση σημάτων (σημαντήρων, πασσάλων κ.ά.) σε επικίνδυνα για τους ναυτιλλομένους μέρη… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευστοχία — η πετυχημένη βολή, καλό σημάδεμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαρκάρισμα — το 1. σημάδεμα, σταμπάρισμα: Έκανε μαρκάρισμα στα ρούχα. 2. (αθλητ.), παρεμπόδιση αντίπαλου παίχτη: Αυτός ο ποδοσφαιριστής έκανε καταπληκτικό μαρκάρισμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.